18.12.11

Francisco Coloane - Γη Του Πυρός


Όλη τη μέρα ο Βιγέγκας ήταν ξαπλωμένος στην κουκέτα του δίχως να μιλά σε κανένα. Ο μηχανικός και ο ναύτης αναγκάστηκαν να φτιάξουν φαϊ γι'αυτούς και τον καπετάνιο. Ο μάγειρας δεν θέλησε να δεχτεί τίποτα από τα χέρια τους. Εξακολούθησε έτσι όλη τη νύχτα και την επόμενη μέρα, πλαγιασμένος στην κουκέτα του, με το πρόσωπο γυρισμένο κατά τους σκοτεινούς αρμούς.
Δεν είχε πέσει καλά καλά το άλλο βράδυ, όταν ακούστηκε ένα υπόκωφο ουρλιαχτό κάτω από την κουβέρτα. Ο καπετάνιος ξύπνησε αιφνιδιασμένος, και μ'ενα μαγαζί έτρεξε να δει τι συνέβη στο στενό υπόφραγμα όπου βρίσκονταν οι κουκέτες.
"Αυτός πέταξε το αρνί μου στην θάλασσα!" μουρμούρισε ο μάγειρας με παράξενη φωνή, όταν ο καπετάνιος φώτισε το στενό χώρο κάτω από το καμπούνι.
Ο Άλβαρες, ο γέρο-ναύτης, άφηνε την τελευταία πνοή της ζωής του μέσα στο αίμα που ανάβλυζε. Ένα κουζινομάχαιρο ήταν καρφωμένο στη μέση στο στήθος του. Ο μηχανικός Αλμονασίντ μισοκαθόταν στην κουκέτα του που κρεμόταν από τα δοκάρια, κοιτάζοντας σαν υπνοβάτης τη σκηνή της τραγωδίας.
"Βοήθα με να δέσω αυτόν τον άνθρωπο!" πρόσταξε ο καπετάνιος, καθώς του έδινε το φανάρι και έπιανε τον Βιγέγκας με τα δυο του χέρια πίσω.

Εκδόσεις Opera, σελίδα 141

No comments: